Το ανέβαλα καιρό...
Ξέρω γιατί έκοψα το ποτό.
Δεν είναι ότι ξεφτιλιζομουν πίνοντας. Σοβαρή ήμουν πάλι.
Δεν ήταν ότι γινόμουν αλκοολική. Μου είχε περάσει, προς το τέλος, η ιδέα ότι ίσως γίνομαι λίγο. Αλλά όχι. Δεν ήμουν. Δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ, είμαι πολύ σοβαρή για να ξεφτιλίζομαι δημοσίως, αλλά τότε δεν ήμουν.
Είναι γιατί σε θυμάμαι πιο έντονα από κάθε στιγμή. Θυμάμαι τι ζήσαμε. Θυμάμαι πως ήσουν. Ίσως γιατί δυστυχώς ή ευτυχώς, εσύ ήσουν αλκοολικός. Και σε νιώθω τόσο έντονα. Σε ζητάω.
Κάθε φορά που πίνω, όπως τώρα, θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να το ξανά ζήσω. Εγώ και εσύ. Το υπερδιπλο κρεβάτι σου, ή μπλε κουβέρτα, το PC να παίζει το all of me (γιατί εκείνη τη στιγμή σου έδινα το καλύτερο μου, το all of me μου), τα ρούχα μας πεταμένα στο κομοδίνο.
Εγώ και εσύ.
Οι μοναδικοί άνθρωποι στο κόσμο. Στο λάθος μας. Τα μάτια σου κλειστά. Απολαμβανες. (Για αυτό δεν θυμόμουν τι χρώμα ήταν τα μάτια σου. Νομίζω ήταν πρασινά. Τα είχα δει ένα πρωί.) Εγώ να σε κοιτάω που χάνεσαι και να χάνομαι.
Ένας οργασμός όλο αυτό.
Από την αρχή μέχρι το τέλος.
Θα έδινα τα πάντα για να το ξανά ζούσα όλο αυτό. Δεν το παραδέχομαι σε κανέναν, ξέρεις. Γενικά δεν σε σκέφτομαι και δεν μου λείπεις. Δεν σε ψάχνω. Εκτός από όταν είμαι σε αυτή τη κατάσταση. Η ζωή κυλάει ήρεμα χωρίς εσένα. Δεν είσαι η τελευταία σκέψη μου, αλλά ούτε η πρώτη μου.
Αλλά είσαι μέσα μου.
Και όταν πίνω, όλο αυτό εντείνεται και όπως είπα, θα έδινα τα πάντα για εκείνες τις στιγμές....
Όταν όμως επανέρχομαι στο σοβαρό εγώ μου, εσύ πήγες με εκείνη λέγοντας ψέμματα στα μούτρα μου. Οπότε? Σε σιχαίνομαι.
Αύριο που θα ξυπνήσω, δεν θα θυμάμαι γιατί τα είπα αυτά και δεν θα σε ζητάω....
Μέχρι την επόμενη φορά, που το αλκοόλ θα κυλήσει μέσα μου...
Ξέρω γιατί έκοψα το ποτό.
Δεν είναι ότι ξεφτιλιζομουν πίνοντας. Σοβαρή ήμουν πάλι.
Δεν ήταν ότι γινόμουν αλκοολική. Μου είχε περάσει, προς το τέλος, η ιδέα ότι ίσως γίνομαι λίγο. Αλλά όχι. Δεν ήμουν. Δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ, είμαι πολύ σοβαρή για να ξεφτιλίζομαι δημοσίως, αλλά τότε δεν ήμουν.
Είναι γιατί σε θυμάμαι πιο έντονα από κάθε στιγμή. Θυμάμαι τι ζήσαμε. Θυμάμαι πως ήσουν. Ίσως γιατί δυστυχώς ή ευτυχώς, εσύ ήσουν αλκοολικός. Και σε νιώθω τόσο έντονα. Σε ζητάω.
Κάθε φορά που πίνω, όπως τώρα, θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να το ξανά ζήσω. Εγώ και εσύ. Το υπερδιπλο κρεβάτι σου, ή μπλε κουβέρτα, το PC να παίζει το all of me (γιατί εκείνη τη στιγμή σου έδινα το καλύτερο μου, το all of me μου), τα ρούχα μας πεταμένα στο κομοδίνο.
Εγώ και εσύ.
Οι μοναδικοί άνθρωποι στο κόσμο. Στο λάθος μας. Τα μάτια σου κλειστά. Απολαμβανες. (Για αυτό δεν θυμόμουν τι χρώμα ήταν τα μάτια σου. Νομίζω ήταν πρασινά. Τα είχα δει ένα πρωί.) Εγώ να σε κοιτάω που χάνεσαι και να χάνομαι.
Ένας οργασμός όλο αυτό.
Από την αρχή μέχρι το τέλος.
Θα έδινα τα πάντα για να το ξανά ζούσα όλο αυτό. Δεν το παραδέχομαι σε κανέναν, ξέρεις. Γενικά δεν σε σκέφτομαι και δεν μου λείπεις. Δεν σε ψάχνω. Εκτός από όταν είμαι σε αυτή τη κατάσταση. Η ζωή κυλάει ήρεμα χωρίς εσένα. Δεν είσαι η τελευταία σκέψη μου, αλλά ούτε η πρώτη μου.
Αλλά είσαι μέσα μου.
Και όταν πίνω, όλο αυτό εντείνεται και όπως είπα, θα έδινα τα πάντα για εκείνες τις στιγμές....
Όταν όμως επανέρχομαι στο σοβαρό εγώ μου, εσύ πήγες με εκείνη λέγοντας ψέμματα στα μούτρα μου. Οπότε? Σε σιχαίνομαι.
Αύριο που θα ξυπνήσω, δεν θα θυμάμαι γιατί τα είπα αυτά και δεν θα σε ζητάω....
Μέχρι την επόμενη φορά, που το αλκοόλ θα κυλήσει μέσα μου...
